Το απανεμο λιμανι της φυγης μου

Στον Κωνσταντή

Σ’ εβένινο μακρόστενο,
Πικρό, στερνό κρεβάτι,
Μεσ’ τα λουλούδια, ο Κωνσταντής
Πολύ βαθιά κοιμάται.

Άλλαξε ολότελα το όμορφό του σώμα
Κι ότι λίγο απόμεινε
Θα το σκεπάσουν στα βαθιά
Σα ρίζα μες το χώμα.

Θολά τα μάτια μου
Αντίκρυσαν την Μάνα,
που απόκαμε η δόλια
Απ’ τον πόνο και το κλάμα.

Του πεθαμένου γιού της
Έπινε τη σάρκα.
Του μίλαγε…..περίμενε….
Να γίνει κάποιο θαύμα.

Να πάρει αυτή, τη θέση του
Στο εβένινο κρεβάτι,
Μα ήρθε η μοίρα σα σκιά,
Κρυφά της είπε κάτι.

Να τ’ ανταλλάξεις δεν μπορείς
Το σπλάχνο σου με σένα,
Ούτε κι εγώ θα μπορούσα
Ν’ αλλάξω τα γραμμένα.

Η αρρώστια που τον θέρισε
Αστερισμό θυμίζει.
Δεν κάνει χάρη κανενός
Έλεος δεν γνωρίζει.

Μήτε τα νιάτα σέβεται,
Μήτε την ομορφιά,
Αν έχει μάνα που θρηνεί
γυναίκα και παιδιά.

Κι όπως τη μοίρα άκουγε
Απλώθηκε σκοτάδι.
Δεν είδε πως τον κρύψανε
Τον Κωνσταντή στον Άδη.