Φυγη στο ονειρο
Πόνος κι Ανάταση
Στην αμμουδιά γκρεμίστηκε το κάστρο που είχε κρυμμένα τα όνειρά της. Ψάχνει πως ν’ αναστήσει τις χαρές της μα τ’ άστρο κρύφτηκε και δεν ακούει τις ευχές της. Κι ο Ουρανός σκοτείνιασε. Τα δάκρυα βροχή μες το σκοτάδι. Μαύρη απ’ το μαύρο πιο πολύ η ψυχή πονάει βαθιά η απόρριψη, ατέλειωτο το βράδυ. Σε μια γωνιά της εκκλησιάς την βρήκε το πρωί, σαν να ξαναγεννήθηκε μέσα στη νύχτα αυτή. Φωτίστηκε η σκέψη της ωρίμασε ο νους, είδε ένα φως να την καλεί ψηλά στους ουρανούς. Έβγαλε τα χρωματιστά καρφίτσες, δαχτυλίδια και ντύθηκε συνειδητά νυφούλας φορεσιά. Δεν ξανακοίταξε στο χθες το έθαψε βαθιά. Βρήκε μητέρα κι αδελφές καινούργιο νόημα ζωής, κοντά στην Παναγιά.