Το απανεμο λιμανι της φυγης μου
Πόλεμος στη Σερβία
Μαύρος Απρίλης στη Σερβία. Τρομαγμένα φύγαν τα πουλιά. Ανηλεώς την βομβαρδίζουν. Στέναξαν ως και τα βουνά. Χωρίς εξαίρεση στοχεύουν, Κτήρια, γέφυρες, σχολεία. Μαύρες ειδήσεις στα κανάλια. Θρήνος, μεγάλη συμφορά. Τα καραβάνια των προσφύγων Βαδίζουν προς το πουθενά. Μες τα βουνά, μες τα λαγκάδια, Αποσταμένοι γέροντες, μάνες, μωρά, παιδιά. Σαν να μην έφθαναν ο πόνος και η πείνα Κι η θλίψη τους απ’ τον ξεριζωμό, Έκανε λάθος το μεγάλο βόλι, Και θέρισε ανθρώπινο πολύχρωμο περβόλι. Δεκάδες πέσανε νεκροί, Πολλοί οι λαβωμένοι. Να μακαρίζουν τους νεκρούς ακρωτηριασμένοι. Κομμάτιασε τις σάρκες τους. Κοκκίνισε το χώμα Κι ο Χάρος πούνα ο νικητής Κλαίει κι αυτός ακόμα. Κλαίει ο ουρανός, κλαίει η γη! Στα σπλάχνα της πως να θαφτεί τόσο πολύ χρυσάφι; Τόσα βλαστάρια ευωδιαστά Σαν τ’ Απριλίου τα άνθη; Κι είπε ο Απρίλης του Μαΐου Με ρόδα να στολίσει Τον τόπο που κοιμήθηκαν παιδιά, Κι όσα χρονάκια κι αν διαβούν, να μην τα λησμονήσει.