Το απανεμο λιμανι της φυγης μου

Η Μάνα μου

Ήταν αστέρι φωτεινό
στη συννεφιά λιγάκι.
Οι άνεμοι αντίθετοι,
Μα εκείνη προϊστά.

Φορούσε σταλάκια στεφάνια,
Που άντεχαν καταιγίδα.
Ποτέ δε λύγιζε
Θλιμμένη δεν την είδα.

Πόσο πολύ νοστάλγησα,
Τα χάδια τα φιλιά της.
Κι από τον ήλιο πιο ζεστή
Ήταν η αγκαλιά της.

Μάνα γλυκιά αξέχαστη,
Μάνα ευλογημένη,
Είσαι στο νου νοερά,
Μέσα στο φως λουσμένη.