Φυγη στο ονειρο
Η Ιστορία της Χ.
Μ’ ένα τριαντάφυλλο στο χέρι κι ένα φουστάνι νοικιασμένο, περίμενε στην εκκλησία, μόνη της τον αγαπημένο. Μ’ αντί για εκείνον ήρθε άλλος, άλλαξε γνώμη να της πει. Έμεινε άγαλμα η κόρη, χωρίς καρδιά, νου και ψυχή. Δεν είχε θέση να γυρίσει στο σπίτι της το πατρικό. Η θλίψη θόλωσε το νου της, κοκκίνισε το νυφικό. Κοκκίνισε και το χορτάρι. Ήρθε κι ο Χάρος να την πάρει. Μα έλαμπε τόσο το φεγγάρι Και δεν της έκανε τη χάρη. Στο θλιβερό το κοιμητήρι, Έμεινε μέρες, μήνες, χρόνια. Μέχρι να φθάσει το πρωί, της φάνηκε η ζωή αιώνια. Προφέροντας το όνομά του, με δέος και με προσευχή, πέρασε τις γραμμές του τρένου. Είδε την μέρα να χαράζει κι άρχισε από την αρχή.