Φυγη στο ονειρο

Το πατρικό μου σπίτι

Σαν τα πουλιά της άνοιξης
η σκέψη μου πετάει,
ακούραστη, αβασίλευτη
και που δε σεργιανάει!

Στα μέρη που πορεύτηκα
κι αγάπησα πολύ.
Στο σπίτι μου το πατρικό,
γεμάτο θαλπωρή.

Με ασπροκέντια και υφαντά,
οι τοίχοι ασβεστωμένοι
και η μάνα μου στον αργαλειό,
προικόπανα να υφαίνει.

Να τραγουδάει γλυκόλογα,
ν’ αντιλαλούν στο σπίτι,
που ο Ήλιος δεν το ξέχναγε
μέχρι να βασιλέψει
και το φεγγάρι φίλντισι,
το είχε ώσπου να φέξει.

Και στην αυλή πολύβλαστη
κληματαριά απλωμένη,
πανηγυρίζαν τα πουλιά,
σταφύλια φορτωμένη.

Μεγάλη άρχιζε γιορτή
του τρύγου την ημέρα,
το άρωμα των σταφυλιών
μεθούσε τον αγέρα.

Τα πρόσωπα όλων γελαστά,
στο σπίτι ευλογία,
πατέρας, μάνα και παιδιά,
τρεις θείοι και μια θεία
και μια γιαγιά αρχόντισσα,
άξια, προκομμένη,
στην ίδια στέγη ζούσαμε
ήσυχα μονιασμένοι.

Κι έχω έναν Ήλιο στην ψυχή
απ’ τα παιδικά μου χρόνια,
που απλώνεται στις συννεφιές
και με ζεσταίνει ακόμα.