Το απανεμο λιμανι της φυγης μου
Στην κ. Ξανθούλα
Σ’ ένα παλιό αρχοντόσπιτο Με μάρμαρα κτισμένο Κοντά στην ακροθαλασσιά Και ανακαινισμένο, Δύστυχος γέρος φρόντιζε Τη Μάνα των παιδιών του, Που είχε άσβεστο καημό Απ’ όλα τα κλωνιά της. Το ένα το πήρε η θάλασσα Στα σπλάχνα της βαθιά, Τα άλλα τρία σκόρπισαν Στη μαύρη ξενιτιά. Το πέμπτο είχε σαν σκοπό Τον κόσμο να αλλάξει! Προς το καλό, για το καλό. Δεν έμαθε ποτέ αν ζει Ή αν τον έχουν θάψει. Τι έγινε η έσταις! Κι έχασε τα παιδιά της. Κι από τον Ήλιο πιο ζεστή Ήταν η αγκαλιά της. Μήπως βοτάνια μαγικά Πέτρωσαν την καρδιά τους, Κι ο νους τους σάλεψε μακριά Απ’ τα άγια χώματά τους; Η δόλια απ’ το παράθυρο Τη θάλασσα αγναντεύει Και στα καράβια που περνούν Μονολογεί και λέει! Που είναι οι λεβέντες μου; Σε ποια πλανεύτρα ΓΗ; Τα μάτια της βλέπουν θολά Μ’ ακόμα καρτερεί….