Το απανεμο λιμανι της φυγης μου

Παλιννόστηση (κάπως αργά)

Κλειστό το σχολείο του έμαθε τα πρώτα του γράμματα.
Σπίτια εγκαταλειμμένα, γεμάτα θλίψη και αναμνήσεις.
Στοιχειωμένο απ’ τις μορφές που τριγυρνούν
Στο θολωμένο μυαλό του.

Ελάχιστοι οι κάτοικοι στο χωριό.
Λίγα τ’ αναμμένα κεράκια στο μανούλι.
Λιγόστεψε και το νερό στο ποτάμι,
Που φάνταζε θάλασσες στα παιδικά του μάτια.

Η πόρτα τρίζει στο ξεκλείδωμά της.
Στο τζάκι τα φτωχά ενθύμια της μάνας του,
Και η Παναγιά στην ίδια θέση.
Τα στρωσίδια ίδια
Έτοιμα να διαλυθούν στο πρώτο τους τίναγμα.

Έχει παραστάσεις. Ζει αλλού.
Σε άλλους χρόνους με λατρεμένα πρόσωπα.
Πονάει, φεύγει. Στο χορταριασμένο κοιμητήρι οι σταυροί
Μαρτυρούν ονόματα, χρονολογίες αυτών που τρέφουν τα
Κυπαρίσσια και ψηλώνουν.

Κι ο νοσταλγός της πατρούσας γης, ψάχνει να βρει την δική του
μάνα, Που μια ζωή κουράστηκε να περιμένει.
Τον πνίγουν οι τύψεις.
Δάκρυα καυτά βρέχουν το ξεραμένο χώμα.
Κι ο πόνος γίνεται φωτιά και καίει τα σπλάχνα του.

Τι κρίμα! Μια ζωή χαμένη,
Λαθεμένη για λίγα παγωμένα δολάρια.
Ας μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο!