Το απανεμο λιμανι της φυγης μου
Ο πόλεμος του ‘40
Μια τελεία μπήκε οριστικά Στα όμορφα παιδικά μας χρόνια. Σκληρός ο χειμώνας του σαράντα. Σκληρότερη η απουσία του πατέρα. Η πίκρα ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων μας. Θα γυρίσουν γρήγορα νικητές Έλεγε δυνατά η Μάνα, Να εμψυχώσει εμάς, Να το πιστέψει ίσως κι εκείνη. Η γιαγιά Αικατερίνη Εξουθενωμένη, απ’ την αγρύπνια Και τον πόνο σιωπούσε. Έγραφε γράμματα που δεν έστελνε Στα τρία στρατευμένα παιδιά της. Ο καιρός κυλούσε και τα μαντάτα έφθαναν. Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα Κι οι φορεσιές άλλαζαν χρώμα. Κι εγώ στη πιό καλή τ’ ανθρώπου ηλικία, Προσπαθούσα να κρύψω την πίκρα μου, Τόσο βαθιά στη ψυχή μου Που μια ολόκληρη ζωή δεν μου τελείωσε.