Το απανεμο λιμανι της φυγης μου

Ο γέρος

Τι ανίσχυρο που βρίσκουν
Τον άνθρωπο τα γηρατειά!
Ξεχασμένο, αποκομμένο
Απ’ της ζωής το πανηγύρι.

Στη σιωπή του συντροφιά οι αναμνήσεις.
Τα ταξίδια του νου σε εποχές
Που αήττητος έτρεχε, με σύμμαχό του τα νιάτα.

Για πολλά κι ασήμαντα καθημερινά
Δεν έβλεπε τον χρόνο που καλπάζει.
Κι έφτασε εδώ! Στο μεγάλο σπίτι.
Στον προθάλαμο του θανάτου
Να μετράει το μικρό υπόλοιπο της ζωής του.

Νιώθει ολομόναχος μες τους ανθρώπους.
Τον θλίβουν τα σκαμμένα πρόσωπα γύρω του.
Στη μεγάλη τραπεζαρία, ένα, ένα
Τα καθίσματα αδειάζουν
Κι έρχονται άλλοι κι άλλοι
Να γευτούν τη σκληρή τους μοίρα.

Πλήττει, θέλει να φύγει!
Πιό όμορφα φαντάζει στο νου,
Το κοιμητήρι του χωριού του,
Με τα πανύψηλα κυπαρίσια.
Θέλει να φύγει....