Φυγη στο ονειρο
Ο ξενιτεμένος
Το γυρισμό του περίμενε στην Πατρίδα. Τον ρήμαξαν, τον κούρασαν τα ξένα. Θυμάται τη μικρή χωριατοπούλα, που του έλεγε με δάκρυα, μη φύγεις από μένα. Μα εκείνος έβαλε στο νου του να πλουτίσει κι άρχοντας στο χωριό του να γυρίσει. Δεν ένιωσε πως κύλισαν τα χρόνια και τη Ροδούλα του τη σκέπασαν τα χιόνια. Γύρισε κάποια μέρα, στην Πατρίδα, γονάτισε και φίλησε το χώμα. Στα φυλλοκάρδια του ζωντάνεψε η ελπίδα. Θα τον περίμενε η Ροδούλα του ακόμα; Στην άκρη του χωριού ένα κοριτσάκι κρατούσε ένα τριαντάφυλλο στο χέρι. Που πας μικρή μου κοπελίτσα τέτοια ώρα; Ο Ήλιος καίει μες το μεσημέρι. Με περιμένει η Μάνα μου η Ροδούλα. Σαν σήμερα με γέννησε πριν χρόνια. Ήτανε όμορφη σαν ρόδο του Μαγιού. Την έφαγε ο καημός και η καταφρόνια. Και τότε γύρω του απλώθηκε σκοτάδι. Πλημμύρα οι τύψεις, πόνος στην καρδιά. Όταν συνήλθε, είδε την παιδούλα που είχε πάρει τη δική τους ομορφιά. Ίσως ο καύσωνας σας έριξε στο χώμα! Τρόμαξα ξένε μου, και είμαι εδώ ακόμα. Νερό δεν έχει εδώ κοντά για να σας φέρω, μα αν θέλετε βοήθεια μπορώ να σας προσφέρω. Σ’ ευχαριστώ μικρούλα μου. Ο Ήλιος μου έχει δύσει, μα τώρα το αστέρι σου στο φως θα μ’ οδηγήσει. Της ξενιτιάς τα βάσανα ίσως τα ξεπεράσω! Μα το μεγάλο λάθος μου ποτέ δε θα ξεχάσω. Μονολογούσε η μικρή. Τι λόγια μπερδεμένα! Ο ήλιος μου, τ’ αστέρι σου, τα χρόνια τα χαμένα. Μήπως και είναι ποιητής; και θέλει με τους στίχους του κάτι να πει για μένα;