Το απανεμο λιμανι της φυγης μου
Μνήμες παιδικές
Τι χαρά! Σωστό πανηγύρι! Όταν ο γύφτος περνούσε, Με την αρκούδα στη γειτονιά. Κι όταν ο ασυλλόγιστος αφέντης, Την σήκωνε απ’ τον χαλκά Στα δυό της πόδια να χορέψει, Και τα ρουθούνια της έσταζαν αίμα. Δεν ακούγαμε τους λυγμούς της, Παρά μονάχα το ντέφι Και το τραγούδι του γύφτου. Τα παιδιά της γειτονιάς Χοροπηδούσαν από χαρά. Κι εγώ έκλαιγα σιωπηλά! Από φόβο; Από συμπόνια Για το κακοποιημένο θεριό; Δεν θυμάμαι! Και οι μεγάλοι! Αχ αυτοί οι μεγάλοι! Έβγαιναν στα μπαλκόνια, Και πετούσαν μεταλλικά νομίσματα, Στο γύφτο που έκανε επάγγελμά του Την τυραννία.