Το απανεμο λιμανι της φυγης μου
Η Γιαγιά Αλκιστερίνη
Από καιρό είναι πεθαμένη η γιαγιά. Ξεθώριασε ο χρόνος τη μορφή της. Στα όνειρά μου δεν την βλέπω πιά, Μα εκείνη μοιάζει. Έλεγε πως την ξέχασε ο Θεός Σαν έκλεισε τα εκατό της χρόνια. Είδε πολέμους, έχασε παιδιά. Είδε να φεύγουν σ’ άλλη γη εγγόνια. Τα βάσανά της μέτραγε Πιό πάνω απ’ τις χαρές. Δεν έχανε το θάρρος της, Ήξερε ν’ αντιστέκεται σ’ όλες τις συμφορές. Γερό μυαλό, γερό κορμί Και χέρια δουλεμένα. Γιατρό δεν επισκέφθηκε, Δε κούρασε κανένα. Μεγάλο το ταξίδι της. Μεγάλη η προσφορά της. Μάνα, Πατέρας στάθηκε Στα ορφανά παιδιά της. Έτσι πορεύτηκε η γιαγιά Σαν το νερό πλατάνι. Έζησε κι άλλα τέσσερα Κι είπε ο Θεός πως φτάνει. Ήρθε το τέλος ήρεμα, Το χάραμα σα χάδι. Σαν μια καντήλα του λαδιού Που σώθηκε το λάδι. Δε δειλίασε, δε τρόμαξε, Την ύστατη στιγμή. Γιατί βαθιά της πίστευε, Πως των πιστών ο θάνατος Και πάλι είναι ζωή.