Το απανεμο λιμανι της φυγης μου
Επίσκεψη στη Γενέτειρά μου
Σα νάναι άλλος τόπος, άλλη γη, Άγνωστα πρόσωπα, δε μου χαμογελάνε. Έτρεξα έπαιξα, είδα το φως εκεί. Τώρα περίεργα σα ξένη με κοιτάνε. Θέλω να φύγω, πίσω να γυρίσω. Δε βρήκα ούτε ένα φίλο παιδικό για να μιλήσω. Η αυλή που παίζαμε κρυφτό χορταριασμένη. Τους μάγεψε η ξενιτιά; Ή είναι πεθαμένοι; Μες τα σοκάκια περπατώ υπνωτισμένη, Κι είναι πολλοί μέσα στο νου οι αγαπημένοι. Στα κυπαρίσσια ο άνεμος με πάει. Βλέπω μορφές γνωστές εκεί, κανείς πια δε μιλάει. Βρέχω το χώμα, βρέχω το μαντήλι. Τι γρήγορα που έρχεται το δείλι! Με πιάνει φρίκη, θέλω να γυρίσω. Τις αναμνήσεις στο κομπιούτερ μου να κλείσω, Σαν ένα ενθύμιο της νιότης μου ακριβό, Χρυσάφι ατόφιο στη καρδιά μου φυλαχτό. Θέλω να φύγω, πίσω να γυρίσω. Το σήμερα με Ήλιους να κεντήσω, Γιατί βραδιάζει γρήγορα, και πέφτει το σκοτάδι, Και μια ολόκληρη ζωή, μοιάζει με νύχτας όνειρο, Μια μέρα, ένα βράδυ.