Φυγη στο ονειρο

Εμπρησμός

Θύμωσε ο αγέρας, λυσσομανάει!  
Άνιση η μάχη με τις φωτιές.  
Θερίζουν τα πάντα στο πέρασμά τους,  
απέραντη η θλίψη μες τις ψυχές.

Γέμισε ο τόπος αποκαΐδια,  
απελπισία, παντού σιωπή.  
Ούτε ένα αηδόνι! Ούτε ένα πεύκο,  
μια πεταλούδα, λίγη ζωή.  
Πέθαναν όλα, έγιναν στάχτη,  
από το βράδυ ως το πρωί.

Ένας αετός ψηλά πετάει,  
στάζει το δάκρυ του, στη μαύρη γη,  
ψάχνει το ταίρι του, αναρωτιέται!  
Υπάρχουν άνθρωποι τόσο φριχτοί;

Είχε αετόπουλα μες τη φωλιά του,  
μικρά κι’ αδύναμα δίχως φτερά.  
Η Μάνα η δόλια πώς να πετάξει;  
Έγιναν στάχτη μες τη φωτιά.

Χιλιάδες θάνατοι, χιλιάδες φωλιές  
πουλιών και ζώων, που ζούσαν ως χθες.  
Κλαίει ο βοσκός τα ζωντανά του.  
Κλαίει το δάσος για τα παιδιά του.

Γυμνά τα βουνά στέκουν θλιμμένα.  
Πότε θα είναι ξανά στολισμένα;