Το απανεμο λιμανι της φυγης μου
Διαμαρτυρία
Έτσι ξαφνικά κι απρόσμενα Βρέθηκα στο μεγάλο σπίτι, Με καινούργια βαλίτσα και μέσα η προίκα. Είναι καλό νοσοκομείο! Μου είπαν. Κάποια μέρα θα γυρίσεις, στο σπίτι μας. Το σπίτι μου! Έγινε σπίτι τους! Ο κανακάρης μου και η νύφη, Έφυγαν χαρούμενοι, ευτυχισμένοι, Απαλλαγμένοι απ’ τη παρουσία Που βάραινε την ατμόσφαιρα. Και η προσφορά τόσων χρόνων; Η κατάθεση της ίδιας της ψυχής; Στο καθήκον! Ξεχάστηκαν, έσβησαν! Θα μοιραστώ το ίδιο δωμάτιο Με την κυρία Χ Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού μου. Κοιταζόμασταν σιωπηλές…. Με οίκτο η μια για την άλλη. Μια φρικτή υποψία βγήκε γρήγορα αληθινή, Κι ακόμη έχω την αφελή αίσθηση Πως θα γυρίσω στο σπίτι μου. Αλήθεια! Πόσους μήνες περίμενα! Είναι όλα μέσα μου θολά, συγκεχυμένα. Οι ώρες, οι μέρες, το χθες, το σήμερα! Δε θέλω, νάχω τα μάτια μου ανοιχτά. Κλειστά νιώθω καλύτερα. Τι κρίμα! Που δε μ’ εγκατέλειψαν Οι αισθήσεις μου! Η ακοή μου! Η όσφρησή μου! Αδυνατώ να συμβιώσω με τόσες συνομήλικες Στο μεγάλο σπίτι. Με τόσους άνδρες! Που νομίζουν ότι είναι ακόμη άνδρες. Θέλω να βάλω μια τελεία οριστική σε όλα. Ούτε γι’ αυτό είμαι ικανή! Μα γιατί καρδιά μου ματώνεις; Πήρες το μερίδιό σου απ’ τη ζωή. Προς τι τόσος πόνος; Για ένα μικρό υπόλοιπο; Θα περάσει κι αυτό! Σήμερα εσύ εδώ, Αύριο ίσως, οι ζωντανοί, που σε ξέχασαν. Δεν είσαι μόνη. Οι αγαπημένοι σου νεκροί, Σε καρτερούν…