Το απανεμο λιμανι της φυγης μου

Άνοιξη

Τέλειωσε ο βαρύς χειμώνας.
Λιώσαν τα χιόνια στα βουνά.
Λάμπει ο Ήλιος σαν διαμάντι.
Η γη στολίστηκε ξανά.

Στεφάνι κρέμασα στη πόρτα μου του Μάη.
Με λουλουδάκια του αγρού ευωδιαστά.
Μια θύμηση, ένα ξύπνημα της νιότης.
Με ξαναγύρισε σε μία πρωτομαγιά.

Με μια παρέα, εκεί... στα δεκαεφτά μας,
Έλαμπε ο κόσμος, η ζωή μπροστά μας.
Με τα κορμιά αλαβάστρινα, κι αγάπη στην καρδιά,
Ήταν πολύ πιο όμορφη τότε η πρωτομαγιά.

Γίναν οι μνήμες δάκρυα, μου θόλωσαν τα μάτια,
Που έτρεξαν τα χρόνια μας, σαν μανιασμένα άτια.
Σαν το νερό που ξεγλιστρά, προς την κατηφοριά,
Κι έμειναν νύχτας όνειρο, οι ομορφιές της νιότης,
Και η πρωτομαγιά.