Το απανεμο λιμανι της φυγης μου
Αγία Βαρβάρα
Ένα ολόλευκο ξωκλήσι στο λιβάδι, μου έφερε θύμησες στο νου ένα σωρό, από γιορτές και περασμένα πανηγύρια και τους μεγάλους, που έστειναν χορό. Βλέπω κεράκια αναμμένα στο μανουάλι, Πιστών που πέρασαν να προσκυνήσουν, Κι άλλα μισολιωμένα τρεμοσβήνουν, Την ίδια τη ζωή να μας θυμίζουν. Είμαι μονάχη, ανάβω το καντήλι, Κι’ η φλόγα του φωτίζει τη ψυχή μου. Νιώθω τη Παρουσία της Αγίας, Συνομιλώ, μελοποιώ την προσευχή μου. Και ξαφνικά γεμίζει ήχους το εκκλησάκι, Από φωνές που ψέλνουν Ωσαννά. Νότες ουράνιες μου κάνουνε σεκόντο, Ζω μια παράσταση, τα νιώθω αληθινά. Τόσο ξεχάστηκα που βγήκε το φεγγάρι. Έκανε μέρα ασημένια τη νυχτιά. Μοσχοβολούσε γύρω μου ο αγέρας, Κι εγώ θυμήθηκα τα χρόνια τα παλιά. Τότε που είχα Μάνα και Πατέρα, Κι είχα λευκές κορδέλλες στα μαλλιά. Τότε που ήταν τα όνειρα γαλάζια, Κι ήταν η φαμελιά ζεστή αγκαλιά.