Φυγη στο ονειρο

1922

Κυνηγημένοι απ’ την Τουρκία
σκορπίστηκαν στους πέντε ανέμους.
Άφησαν πίσω τους το βιός τους
κι αγαπημένους πεθαμένους.

Χωρίς καντήλια αναμμένα,
χωρίς τρισάγια θυμιατά.
Ρήμαξαν και τις εκκλησιές τους,
στη Σμύρνη έβαλαν φωτιά.

Στα χέρια αλλόθρησκων τα πάντα,
οι εκκλησιές γίναν τζαμιά.
Θόλωσαν ως και τα ποτάμια,
αναστέναξαν τα βουνά.

Απ’ τις κραυγές των λαβωμένων,
το κλάμα απ’ τα μωρά παιδιά.
Μιλούνια οι πρόσφυγες στους δρόμους,
ψάχνουν να βρουν νέα φωλιά.

Τι πρώτα να εξιστορήσω,
απ’ ότι μου έλεγε η γιαγιά.
Με λέξεις πώς να περιγράψω
μνήμες που καίνε σαν φωτιά;

Φτωχή η πένα μου να πιάσει,
της προσφυγιάς τη συμφορά.
Φτωχός ο στίχος να χωρέσει
όσα μου είπε η γιαγιά.

Μ’ αυτό που πάντα θα θυμάμαι
κι έχει στο νου μου καρφωθεί
για ένα θρύλο μου μιλούσε,
πως αν ηχήσουν οι καμπάνες
κι ο Βασιλιάς αναστηθεί,
Χριστός Ανέστη! απ’ άκρη σ’ άκρη
σ’ όλο τον κόσμο θ’ ακουστεί.
Και οι χαμένες μας πατρίδες,
θα ’ναι δική μας πάλι γη.
Το ποίημα αυτό δεν έχει τίτλο.
Έχει ένα νούμερο γνωστό σε όλους μας.
Είναι ένα αφιέρωμα στους πρόσφυγες
της Θράκης, της Σμύρνης και του Πόντου.
Είναι ένα αφιέρωμα στον παππού μου Ιπποκράτη,
στη γιαγιά μου Κυριακή
και στα πέντε τότε ανήλικα παιδιά τους
που βίωσαν τα τραγικά γεγονότα της εποχής εκείνης.