Το απανεμο λιμανι της φυγης μου

Θύμα του καιρού μας

Καλοφτιαγμένη νόστιμη,
Κοπέλα στα δεκάξι.
Φτερούγες έψαχνε να βρει
Στο κόσμο να πετάξει.

Τον έρωτα και τη χαρά,
Τα φώτα λαχταρούσε,
Το χαμηλό σπιτάκι της
Όνειρα δε χωρούσε.

Πόθους κι ελπίδες έκτισε,
Σε κέρινα φτερά,
Και με λαχτάρα πέταξε
Στα σύννεφα ψηλά.

Αντίθετοι οι άνεμοι.
Τα φώτα δυνατά.
Σώμα, ψυχή λαβώθηκαν,
Έλιωσαν τα φτερά.

Σταλαγματιές τα δάκρυα,
Παγώνει το κορμί της.
Οι φλέβες δεν αντέχουν πιά,
Έρεβος η ζωή της.

Σ' έναν αγρό κοιμήθηκε
Σαν πληγωμένο ελάφι.
Τι κρίμα είπε η άμοιρη
Μεγάλα ήταν τα λάθη!

Πολλά βαραίνουν την ψυχή,
Θρηνεί μονολογεί.
Καταραμένοι έμποροι, απάνθρωποι φρικτοί.
Πως να διαλέξει έτσι όπως είναι τη ζωή,
Ο θάνατος πιο όμορφος, φαντάζει πιο πολύ.