Το απανεμο λιμανι της φυγης μου
Κατοχή του ‘40
Θλίψη βασίλευε στο σπίτι, ερημιά! Κι εγώ καρτερούσα τον ερχομό του. Οι παιδικοί μου φίλοι, τον δικό τους πατέρα. Καθημερινό, έντονο συναίσθημα, το καρτέρεμα. Στον ύπνο μου, στον ξύπνιο μου, Άκουγα τη φωνή του, τα βήματά του στη σκάλα, Έτρεχα να τον αγκαλιάσω, να τον υποδεχθώ! Μα η χαρά μου έσβηνε, σαν τον Ήλιο στο βασίλεμά του. Ξαφνικά οι συναγερμοί, οι βομβαρδισμοί σταμάτησαν. Η Ελληνική σημαία δεν κυμάτιζε πιά. Γεράκια της Ευρώπης καλοντυμένα, Γέμισαν τον τόπο. Κι εμείς στην πιό γλυκιά τ’ ανθρώπου ηλικία, Ακούγαμε προστάγματα, εμβατήρια, Σε μιά πρωτάκουστη γλώσσα…. Φόβος! Συντρίμια τα παιδικά μας όνειρα! Δεν ξαναπαίζαμε κρυφτό στους δρόμους! Και τα μαντάτα έφθαναν. Τα μαύρα ρούχα πιό πολλά Απ’ τα λευκά στις απλώστρες. Κι εμείς περιμέναμε τους πατεράδες Και τη λευτεριά Που κόστισε πολύ, σε δάκρυα Και αίμα.