Το απανεμο λιμανι της φυγης μου
Ένα παιδάκι
Ώρες μέσα στ’ αγκάθια, με το χέρι απλωμένο, Ένα ολόδερμο τραγμένο παιδί, Λόγια δεν λέει, μόνο γνέφει το καημένο Κι ένα ανάποδο επιφώνημα, ραγίζει τη ψυχή. Κι όπως το κοιτάζω, στα μάτια τα γλαζιά, Ήμουνε βέβαια εκείνη τη στιγμή, Πως κάποιος άγνωστος, περαστικός πατέρας, Είπες, γέλασε με μια μελαγχρινή. Αν ήξερε τη μοίρα του παιδιού του, Αν το έβλεπε μονάχα μια στιγμή, Έτσι, μέσα σ’ αγκαλιές καημένο, Δεν ξέρω αν θα τον χώραγε η γη. Αχ! Ας μπορούσα, να το πάρω, να το λούσω, Με ρουχαλάκια να το ντύσω καθαρά, Μια εκκλησία θα κτίσω αν το κλέψω Μ’ αλλιώτικο δε θα είναι τόσο απλά. Πάντα όταν θυμάμαι τη μορφή του Λιβάζα τα δάκρυα μου κυλά. Σε τοπία αντίσκηνο κοιμάται το αγγελούδι, Σε ποια αγκαλιά θα βρει ζεστή αγκαλιά;